Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀνδράχλη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἀνδράχλη αἱ ἀνδράχλαι
      γενική τῆς ἀνδράχλης τῶν ἀνδραχλῶν
      δοτική τῇ ἀνδράχλῃ ταῖς ἀνδράχλαις
    αιτιατική τὴν ἀνδράχλην τὰς ἀνδράχλᾱς
     κλητική ὦ! ἀνδράχλη ἀνδράχλαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνδράχλᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἀνδράχλαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀνδράχλη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀνδράχλη θηλυκό

  1. (φυτό) η αγριοκουμαριά
    2ος/3ος κε αιώνας ⌘ Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 3.26, v.1.p.193, @scaife.perseus.
    ἔχει δὲ τὸ δένδρον τοῦτο φύλλον μὲν ὅμοιον καὶ σχεδὸν ἴσον τῷ τῆς δάφνης ἀνδράχλης καὶ καρύας, ἀκάνθας δ’ οἵας ἄπιος ἢ ὀξυάκανθος, λείας δὲ καὶ ὀξείας σφόδρα καὶ ἰσχυράς.
  2. το μαγκάλι ή πύραυνο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]