ἀνεγκέφαλος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ἀνεγκέφαλος | τὸ | ἀνεγκέφαλον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | ἀνεγκεφάλου | τοῦ | ἀνεγκεφάλου | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | ἀνεγκεφάλῳ | τῷ | ἀνεγκεφάλῳ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ἀνεγκέφαλον | τὸ | ἀνεγκέφαλον | ||
| κλητική ὦ! | ἀνεγκέφαλε | ἀνεγκέφαλον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | ἀνεγκέφαλοι | τὰ | ἀνεγκέφαλᾰ | ||
| γενική | τῶν | ἀνεγκεφάλων | τῶν | ἀνεγκεφάλων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | ἀνεγκεφάλοις | τοῖς | ἀνεγκεφάλοις | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | ἀνεγκεφάλους | τὰ | ἀνεγκέφαλᾰ | ||
| κλητική ὦ! | ἀνεγκέφαλοι | ἀνεγκέφαλᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀνεγκεφάλω | τὼ | ἀνεγκεφάλω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀνεγκεφάλοιν | τοῖν | ἀνεγκεφάλοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀνεγκέφαλος (ελληνιστική κοινή) < ἀν- στερητικό + ἐγκέφαλος
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: ανεγκέφαλος
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀνεγκέφαλος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- (ιατρική) που δεν έχει εγκέφαλο
- (μεταφορικά) ανόητος
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός De placitis Hippocratis et Platonis, 3.4 @scaife.perseus
- τίς δ’ ἰδιώτης οὐχ οὕτω χρῆται τοῖς ὀνόμασιν, ὡς τὸ Πλάτωνος βούλεται δόγμα, τὸ μὲν ἀκάρδιον ἐν ἴσῳ τῷ δειλὸν καὶ ἄτολμον καὶ ἄνανδρον ὀνομάζων, καρδίαν δὲ λαβεῖν ἐγκελευόμενος, ἐπειδὰν εἰς ἀνδρείαν πρᾶξιν ἐπεγείρῃ τὸν πέλας, ἐπεγγελῶν δὲ τοῖς ἀνόητον εἰποῦσιν, ἀνεγκεφάλους καὶ ἀσυνέτους ὀνομάζων αὐτοὺς, ἑτέρους δ’ ἀγχίνους καὶ ἔννους φάσκων, οὓς ἂν ὡς συνετοὺς ἐπαινῇ, ἀσπλάγχνους δὲ ἀποκαλῶν τοὺς μὴ ἐλεοῦντας μηδένα, μήτε φιλοῦντας, μήθ’ ὅλως φροντίζοντας ἢ ἐπαινούντων ἢ ψεγόντων, ἢ ἀδικούντων ἢ ὠφελούντων, ἀλλ’ ὥσπερ λίθους ἀναισθήτους ὑπάρχοντας;
- → λείπει η μετάφραση
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός De placitis Hippocratis et Platonis, 3.4 @scaife.perseus
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀνεγκέφαλος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα ἀν- από το στερητικό ἀ- (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ιατρική (ελληνιστική κοινή)
- Μεταφορικοί όροι (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Γαληνό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες μεταφράσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)