Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀνεύρυσμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ανεύρυσμα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἀνεύρυσμᾰ τὰ ἀνευρύσμᾰτ
      γενική τοῦ ἀνευρύσμᾰτος τῶν ἀνευρυσμᾰ́των
      δοτική τῷ ἀνευρύσμᾰτ τοῖς ἀνευρύσμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἀνεύρυσμᾰ τὰ ἀνευρύσμᾰτ
     κλητική ! ἀνεύρυσμᾰ ἀνευρύσμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνευρύσμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ἀνευρυσμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀνεύρυσμα (ελληνιστική κοινή) < ἀνευρύνω + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀνεύρυσμα, -ατος ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  • (ιατρική) ανεύρυσμα
      2ος κε αιώνας Γαληνός, De methodo medendi, 5.4 @scaife.perseus
    Ταῦτα δὲ πράξαντα σαρκοῦν ὅτι τάχιστα τὸ τραῦμα, πρὶν ἀποῤῥυῆναι τοῦ ἀγγείου τὸν βρόχον. εἰ μὴ γὰρ φθάσειεν ἡ ἐπιτραφεῖσα σὰρξ στεγνῶσαι τὸ πέριξ χωρίον τῆς ἀποτετμημένης ἀρτηρίας, ἀλλ’ εὑρεθείη που χώρα κενὴ, τὸ καλούμενον ἀνεύρυσμα γίνεται.
      2ος κε αιώνας Γαληνός, De tumoribus praeter naturam, Chapter 11 @scaife.perseus
    Ἀρτηρίας δ’ ἀναστομωθείσης τὸ πάθος ἀνεύρυσμα καλεῖται.