ἀνεύρυσμα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἀνεύρυσμᾰ | τὰ | ἀνευρύσμᾰτᾰ | ||||
| γενική | τοῦ | ἀνευρύσμᾰτος | τῶν | ἀνευρυσμᾰ́των | ||||
| δοτική | τῷ | ἀνευρύσμᾰτῐ | τοῖς | ἀνευρύσμᾰσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸ | ἀνεύρυσμᾰ | τὰ | ἀνευρύσμᾰτᾰ | ||||
| κλητική ὦ! | ἀνεύρυσμᾰ | ἀνευρύσμᾰτᾰ | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀνευρύσμᾰτε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀνευρυσμᾰ́τοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀνεύρυσμα (ελληνιστική κοινή) < ἀνευρύνω + -μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀνεύρυσμα, -ατος ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)
- (ιατρική) ανεύρυσμα
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, De methodo medendi, 5.4 @scaife.perseus
- Ταῦτα δὲ πράξαντα σαρκοῦν ὅτι τάχιστα τὸ τραῦμα, πρὶν ἀποῤῥυῆναι τοῦ ἀγγείου τὸν βρόχον. εἰ μὴ γὰρ φθάσειεν ἡ ἐπιτραφεῖσα σὰρξ στεγνῶσαι τὸ πέριξ χωρίον τῆς ἀποτετμημένης ἀρτηρίας, ἀλλ’ εὑρεθείη που χώρα κενὴ, τὸ καλούμενον ἀνεύρυσμα γίνεται.
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, De tumoribus praeter naturam, Chapter 11 @scaife.perseus
- Ἀρτηρίας δ’ ἀναστομωθείσης τὸ πάθος ἀνεύρυσμα καλεῖται.
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, De methodo medendi, 5.4 @scaife.perseus
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀνεύρυσμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ὄνομα' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -μα (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ιατρική (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Γαληνό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)