Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀνθρήνη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀνθρήνη αἱ ἀνθρῆναι
      γενική τῆς ἀνθρήνης τῶν ἀνθρηνῶν
      δοτική τῇ ἀνθρήν ταῖς ἀνθρήναις
    αιτιατική τὴν ἀνθρήνην τὰς ἀνθρήνᾱς
     κλητική ! ἀνθρήνη ἀνθρῆναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνθρήν
γεν-δοτ τοῖν  ἀνθρήναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀνθρήνη < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀνθρήνη, -ης θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]