ἀνθρωπισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀνθρωπισμός ἀνθρωπισμώ ἀνθρωπισμοί
Γενική ἀνθρωπισμοῦ ἀνθρωπισμοῖν ἀνθρωπισμῶν
Δοτική ἀνθρωπισμ ἀνθρωπισμοῖν ἀνθρωπισμοῖς
Αιτιατική ἀνθρωπισμόν ἀνθρωπισμώ ἀνθρωπισμούς
Κλητική ἀνθρωπισμέ ἀνθρωπισμώ ἀνθρωπισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνθρωπισμός < ἀνθρωπίζω (<ἄνθρωπος) + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀνθρωπισμός αρσενικό

  1. μόρφωση, παιδεία
    ἄμεινον ἔφη (εννοείται: Αρίστιππος ο Κυρηναίος) ἐπαίτην ἐπαιτεῖν ἢ ἀπαίδευτον εἶναι· οἱ μὲν γὰρ χρημάτων, οἱ δ' ἀνθρωπισμοῦ δέονται. (Διογένης ο Λαέρτιος στον βίο του φιλοσόφου Αρίστιππου του Κυρηναίου, 2,70)
    καὶ οἷος ἂν ἔοι ἀνήρ, ἀρετῇ μὲν ἴσος, ἀνθρωπισμῷ δὲ βελτίων, λόγῳ δὲ σύμβουλος (Ομηρικά σχόλια)
  2. ανθρωπιά
  3. ενανθρώπιση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ἐνανθρώπησις