ἀνιστῶ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀνιστῶ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνίστημι, με μεταπλασμό.
Ρήμα
[επεξεργασία]ἀνιστῶ[1]
Απόγονοι
[επεξεργασία]ἀνιστῶ (ελληνιστική κοινή)
- ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: ἀνασταίνω (με μεταπλασμό σε -αίνω)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανασταίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ρήματα (ελληνιστική κοινή)
- Ρηματικές φωνές (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)