ἀντάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀντάω < ἄντα

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀντάω (& ιωνικός τύποςἀντέω) - ἀντῶ (συνηρημένο)

  1. έρχομαι απέναντι, πρόσωπο με πρόσωπο
  2. συναντώ
  3. αντιμετωπίζω