Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀντίθεσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀντίθεσῐς αἱ ἀντιθέσεις
      γενική τῆς ἀντιθέσεως τῶν ἀντιθέσεων
      δοτική τῇ ἀντιθέσει ταῖς ἀντιθέσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀντίθεσῐν τὰς ἀντιθέσεις
     κλητική ! ἀντίθεσῐ ἀντιθέσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀντιθέσει
γεν-δοτ τοῖν  ἀντιθεσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀντίθεσις, ήδη τον 5ο αιώνα στον Ισοκράτη ως ρητορικό σχήμα[1] < ἀντί- + θέμα θετ- (όπως τίθημι - θετός) + -σις  δείτε τη λέξη ἀντίθετος, ρηματικό επίθετο του ἀντιτίθημι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀντίθεσις, -εως θηλυκό

  1. αντιστοιχία
  2. αντίθεση, αντίσταση
  3. (γραμματική) η εναλλαγή γραμμάτων σε μια λέξη
  4. (ρητορική) η αντίθεση

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. s.v. αντίθετος - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.