ἀντίλαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αντίλαλος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀντίλαλος < ἀντιλαλέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀντίλαλος αρσενικό

  1. αυτός που ομιλεί εναντίον κάποιου, που τον κακολογεί
    Πατάγημα: ἀντίλαλος καὶ πανοῦργος· Μένανδρος· (Φώτιος, Λεξικόν)