Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀνταλλαγή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ανταλλαγή

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀνταλλαγή αἱ ἀνταλλαγαί
      γενική τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἀνταλλαγῶν
      δοτική τῇ ἀνταλλαγ ταῖς ἀνταλλαγαῖς
    αιτιατική τὴν ἀνταλλαγήν τὰς ἀνταλλαγᾱ́ς
     κλητική ! ἀνταλλαγή ἀνταλλαγαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνταλλαγᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀνταλλαγαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀνταλλαγή (ελληνιστική κοινή) < ἀνταλλαγ- < αρχαία ελληνική ἀνταλλάσσω.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε ἀντ- + ἀλλαγή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀνταλλαγή, -ῆς θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. s.v. ανταλλάσσω - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.