ἀντικαθίστημι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀντικαθίστημι < ἀντι- + καθίστημι
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: αντικαθιστώ
Ρήμα
[επεξεργασία]ἀντικαθίστημι
- υποκαθιστώ
- αντιτίθεμαι
- αποκαθιστώ, επαναφέρω
- (στην παθητική διάθεση ἀντικαθίσταμαι)
- μπαίνω στη θέση άλλου, γίνομαι διάδοχος
- αντιστέκομαι
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀντικαθίστημι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀντικαθίστημι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.