Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀντικαθίστημι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀντικαθίστημι < ἀντι- + καθίστημι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: αντικαθιστώ

ἀντικαθίστημι

  1. υποκαθιστώ
  2. αντιτίθεμαι
  3. αποκαθιστώ, επαναφέρω
  4. (στην παθητική διάθεση ἀντικαθίσταμαι)
    1. μπαίνω στη θέση άλλου, γίνομαι διάδοχος
    2. αντιστέκομαι