Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀντιλογία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : αντιλογία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἀντιλογίᾱ αἱ ἀντιλογίαι
      γενική τῆς ἀντιλογίᾱς τῶν ἀντιλογιῶν
      δοτική τῇ ἀντιλογίᾳ ταῖς ἀντιλογίαις
    αιτιατική τὴν ἀντιλογίᾱν τὰς ἀντιλογίᾱς
     κλητική ὦ! ἀντιλογίᾱ ἀντιλογίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀντιλογίᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἀντιλογίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀντιλογία < ἀντίλογος < ἀντιλέγω. Μορφολογικά αναλύεται σε < ἀντι- + -λογία.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀντιλογία, -ας θηλυκό

  1. αντίφαση, διαφωνία
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 5, 454b
    παντάπασι μὲν οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ: κινδυνεύομεν γοῦν ἄκοντες ἀντιλογίας ἅπτεσθαι.
  2. συζήτηση υπόθεσης
  3. αντιλογία, διαφωνία, διαμάχη
  4. (στον πληθυντικό, ἀντιλογίαι) επιχειρήματα εναντίον των επιχειρημάτων άλλου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]