ἀντιμάχομαι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀντιμάχομαι
- πολεμάω, αντιμάχομαι κάποιον
- οἱ δὲ πλείους ἐς φυγὴν κατέστησαν, φοβηθέντες ἐν νυκτί τε πολεμίων προσπεπτωκότων καὶ τῶν προδιδόντων Μεγαρέων ἀντιμαχομένων, νομίσαντες τοὺς ἅπαντας σφᾶς Μεγαρέας προδεδωκέναι (οι περισσότεροι τράπηκαν σε φυγή επειδή φοβήθηκαν τυχόν νυχτερινή έφοδο του εχθρού και καθώς είδαν να τους πολεμούν οι Μεγαρείς που συμμετείχαν στη συνωμοσία, νόμισαν ότι τους είχαν προδώσει όλοι οι Μεγαρείς)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀντιμάχομαι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀντιμάχομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.