Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀντιστοιχία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : αντιστοιχία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἀντιστοιχίᾱ αἱ ἀντιστοιχίαι
      γενική τῆς ἀντιστοιχίᾱς τῶν ἀντιστοιχιῶν
      δοτική τῇ ἀντιστοιχίᾳ ταῖς ἀντιστοιχίαις
    αιτιατική τὴν ἀντιστοιχίᾱν τὰς ἀντιστοιχίᾱς
     κλητική ὦ! ἀντιστοιχίᾱ ἀντιστοιχίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀντιστοιχίᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἀντιστοιχίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀντιστοιχία < ἀντίστοιχος + -ία < ἀντι- + στείχω
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ λατινικά: antistoechia

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀντιστοιχία, -ίας θηλυκό

  1. η συμμετρική τοποθέτηση, το να βρίσκεται κάτι απέναντι σε κάτι άλλο
    ※  4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Προβλήματα (αμφίβολο)w, 19
    ὅπερ κατὰ τὴν ἀντιστοιχίαν τῶν ποδῶν ἦν ἡ κίνησις.
  2. (γραμματική) η αντιστοιχία των άφωνων ψιλόπνοων (π, τ, κ), των άφωνων δασύπνοων (φ, θ, χ) και των αφώνων μέσων (β, δ, γ)
    ※  2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 11, 103 , 501b, @scaife.perseus, @el.wikisource
    ἡ μὲν φιάλη, φησί, κατ' ἀντιστοιχίαν ἐστὶ πιάλη