Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀντωπός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αντωπός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀντωπός τὸ ἀντωπόν
      γενική τοῦ/τῆς ἀντωποῦ τοῦ ἀντωποῦ
      δοτική τῷ/τῇ ἀντωπ τῷ ἀντωπ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀντωπόν τὸ ἀντωπόν
     κλητική ! ἀντωπέ ἀντωπόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀντωποί τὰ ἀντωπᾰ́
      γενική τῶν ἀντωπῶν τῶν ἀντωπῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀντωποῖς τοῖς ἀντωποῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀντωπούς τὰ ἀντωπᾰ́
     κλητική ! ἀντωποί ἀντωπᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀντωπώ τὼ ἀντωπώ
      γεν-δοτ τοῖν ἀντωποῖν τοῖν ἀντωποῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀντωπός < (ἀντί) ἀντ- + -ωπός (ὤψ)

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀντωπός, -ός, -όν