ἀπέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: απέχω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀπέχω < ἀπό + ἔχω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀπέχω

  1. έχω/κρατώ απόσταση από κάτι
    ἀλλὰ ἑκὰς νήσων ἀπέχειν εὐεργέα νῆα (Οδύσσεια, ο33)
    Ὡς τόσο βάστα ἀπ' τὰ νησιὰ μακριὰ τ' ὡριὸ καράβι (μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη)
  2. (+ απαρέμφατο) εμποδίζω (κάποιον) από το να κάνει κάτι
  3. απέχω (για να δηλωθεί η απόσταση από έναν τόπο)
    ἔστι δὲ ἄλλη πόλις ἀπέχουσα ὀκτὼ ἡμερέων ὁδὸν ἀπὸ Βαβυλῶνος (Ηρόδοτος, Ιστορίαι 1.179)
  4. απέχω (από το να επιτύχω κάτι)
  5. απέχω, διαφέρω από κάτι
  6. παίρνω κάτι ολόκληρο
    ἀπέχω τὸ χρέος - μου εξοφλέείται όλο το ποσό που μου χρωστούσαν
  7. (απρόσωπο) ἀπέχει: είναι ικανοποιητικό, είναι αρκετό

Κλίση[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883