Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀπαρκιᾶδος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπαρκιᾶδος < (άμεσο δάνειο) βενετική aparechiado ή ιταλική apparecchiare

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀπαρκιᾶδος

  • έτοιμος
      17ος αιώνας, Λεηλασία της παροικίας της Πάρου, Κρητικό ποίημα, ανωνύμου, στίχ. 155 (155-156)
    Δίδει ὀρδινιὰ νὰ στέκουν ἀπαρκιᾶδοι
    οἱ μπέηδες νὰ φύγουσι τὸ βράδυ.
    Εμμανουήλ Κριαράς, (επιμ.), Λεηλασία της παροικίας της Πάρου. Κρητικό ποίημα του 17ου αιώνα, Εκδοτικός Οίκος: Τύποις Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1938, σελ. 17

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • ἀπαρκιᾶδοι (ονομαστική, κλητική πληθυντικού αρσενικού γένους)
  • ἀπαρκιᾶδα (ονομαστική, αιτιατική, κλητική πληθυντικού ουδετέρου γένους)