ἀπλυσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: απλυσιά

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀπλυσία ἀπλυσία ἀπλυσίαι
Γενική ἀπλυσίας ἀπλυσίαιν ἀπλυσιῶν
Δοτική ἀπλυσί ἀπλυσίαιν ἀπλυσίαις
Αιτιατική ἀπλυσίαν ἀπλυσία ἀπλυσίας
Κλητική ἀπλυσία ἀπλυσία ἀπλυσίαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀπλυσία < ἄπλυτος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀπλυσία θηλυκό

  1. ρυπαρότητα, βρόμα
  2. είδος σπόγγου που δεν είναι δυνατόν να καθαριστεί