Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀποβολή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αποβολή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀποβολή αἱ ἀποβολαί
      γενική τῆς ἀποβολῆς τῶν ἀποβολῶν
      δοτική τῇ ἀποβολ ταῖς ἀποβολαῖς
    αιτιατική τὴν ἀποβολήν τὰς ἀποβολάς
     κλητική ! ἀποβολή ἀποβολαί
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀποβολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβολή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.voˈli/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποβολή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀποβολή, -ῆς θηλυκό

  1. πολυτονική γραφή του αποβολή
  2. (καθαρεύουσα) αποβολή
      Ἡ ἀδικαιολόγητος μὴ ἀποδοχὴ τῆς ὡς ἄνω ἐκλογῆς, ἀποτελεῖ ἄρνησιν ὑπηρεσίας τιμωρουμένην κατὰ τὸ ἄρθρον 480 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνεπαγομένην ἅμα καὶ ἀποβολὴν τῆς ἰδιότητος τοῦ δικαστικοῦ κλητήρος.
    Αναγκ. Νόμος υπ.αριθ. 1935, 1939, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Αθήνα 2 Σεπτ. 1939, Τεύχος πρώτον, αρ. φύλλου 355, σελ. 2388

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀποβολή αἱ ἀποβολαί
      γενική τῆς ἀποβολῆς τῶν ἀποβολῶν
      δοτική τῇ ἀποβολ ταῖς ἀποβολαῖς
    αιτιατική τὴν ἀποβολήν τὰς ἀποβολάς
     κλητική ! ἀποβολή ἀποβολαί
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀποβολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβολή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.voˈli/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποβολή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀποβολή, -ῆς θηλυκό

  1. (για νύχι) εκρίζωση, ξερίζωμα
    Iερακοσ. 4983
    χρειάζεται παράθεμα
  2. εξορία, διώξιμο
    Σεισμολ. 95-6
    χρειάζεται παράθεμα



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀποβολή αἱ ἀποβολαί
      γενική τῆς ἀποβολῆς τῶν ἀποβολῶν
      δοτική τῇ ἀποβολ ταῖς ἀποβολαῖς
    αιτιατική τὴν ἀποβολήν τὰς ἀποβολᾱ́ς
     κλητική ! ἀποβολή ἀποβολαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀποβολᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀποβολαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀποβολή < (αναδρομικός σχηματισμός) ἀποβάλλω. Μορφολογικά αναλύεται σε ἀπο- + βολή.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.bo.léː/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποβολή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀποβολή, -ῆς θηλυκό

  1. το πέταμα, η ρίψη
    χρειάζεται παράθεμα
  2. η απώλεια
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (Πρότυπο:ελνστκ σημ, γραμματική) η απώλεια γράμματος ή τόνου
    χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]