ἀποθνήσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀποθνήσκω < ἀπό + θνήσκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀποθνήσκω

  1. αποθνήσκω, πεθαίνω
  2. φονεύομαι (παθητικό του ἀποκτείνω)