ἀποικοδομέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀποικοδομέω < ἀπό + οἰκοδομέω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀποικοδομέω

  1. χτίζω τοίχο, για να αποκλείσω κάτι ή κάποιον
  2. (ελληνιστική κοινή) ξανακτίζω