Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀποκλεισμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αποκλεισμός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀποκλεισμός οἱ ἀποκλεισμοί
      γενική τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀποκλεισμῶν
      δοτική τῷ ἀποκλεισμ τοῖς ἀποκλεισμοῖς
    αιτιατική τὸν ἀποκλεισμόν τοὺς ἀποκλεισμούς
     κλητική ! ἀποκλεισμέ ἀποκλεισμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀποκλεισμώ
γεν-δοτ τοῖν  ἀποκλεισμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀποκλεισμός (ελληνιστική κοινή) < ἀπολείω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀποκλεισμός, -οῦ αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. αποκλεισμός
      1ος/2ος κε αιώνας Επίκτητος, Ἀρριανοῦ τῶν Ἐπικτήτου Διατριβῶν, 4.7.20 @scaife.perseus
    ἀποκλεισμὸς ἐμοὶ οὐ γίνεται, ἀλλὰ τοῖς βιαζομένοις.
  2. εγκλεισμός στη φυλακή