Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀποκρισιάριος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀποκρισιάριος λέξη του 5ου αιώνα < αρχαία ελληνική ἀπόκρισι(ς) + -άριος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀποκρισιάριος αρσενικό

  1. απεσταλμένος, αγγελιοφόρος
  2. προξενητής

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]