Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀποκτείνω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀποκτείνω < ἀπο- + κτείνω

ἀποκτείνω