ἀπολύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: απολύω

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀπολύω < ἀπο- + λύω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀπολύω

  1. λύνω, χαλαρώνω δεσμά
  2. απαλλάσσω
  3. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Πηγές[επεξεργασία]