ἀπολύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: απολύω

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπολύω < ἀπο- + λύω

ἀπολύω

  1. λύνω, χαλαρώνω τα δεσμά
  2. απαλλάσσω
  3. αθωώνω από την κατηγορία
  4. απελευθερώνω κάποιον λαμβάνοντας λύτρα, παραλαμβάνω λύτρα
  5. διασκορπίζω στράτευμα
  6. χωρίζω, αποπέμπω τη γυναίκα μου
  7. αντικρούω τις κατηγορίες εναντίον κάποιου
    ※  5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 8, 87.1
    Τοῦ δ᾽ αὐτοῦ θέρους Τισσαφέρνης, κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐν ᾧ μάλιστα διά τε τἆλλα καὶ διὰ τὴν Ἀλκιβιάδου κάθοδον ἤχθοντο αὐτῷ οἱ Πελοποννήσιοι ὡς φανερῶς ἤδη ἀττικίζοντι, βουλόμενος, ὡς ἐδόκει δή, ἀπολύεσθαι πρὸς αὐτοὺς τὰς διαβολάς, παρεσκευάζετο πορεύεσθαι ἐπὶ τὰς Φοινίσσας ναῦς ἐς Ἄσπενδον, καὶ τὸν Λίχαν ξυμπορεύεσθαι ἐκέλευεν· τῇ δὲ στρατιᾷ προστάξειν ἔφη Τάμων ἑαυτοῦ ὕπαρχον, ὥστε τροφὴν ἐν ὅσῳ ἂν αὐτὸς ἀπῇ διδόναι.
    Το ίδιο καλοκαίρι, την εποχή που είχε κορυφωθεί η αγανάκτηση των Λακεδαιμονίων εναντίον του Τισσαφέρνη για άλλους λόγους, αλλά κι επειδή είχε επιστρέψει στην Σάμο ο Αλκιβιάδης —οι Λακεδαιμόνιοι θεωρούσαν ότι είναι πια φανερά με το μέρος των Αθηναίων— ο σατράπης, θέλοντας να δείξει ότι οι εναντίον του διαβολές δεν ήσαν βάσιμες, ετοιμάστηκε να πορευτεί στην Άσπενδο, όπου βρισκόταν ο φοινικικός στόλος και παράγγειλε στον Λίχα να τον συνοδεύσει. Είπε ότι θα έδινε εντολή στον ύπαρχό του Τάμω να πληρώνει τον μισθό στον στρατό, όσο αυτός θα έλειπε.
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
  8. (στην παθητική φωνή) απέρχομαι, αποχωρώ, αναχωρώ
  9. (στην παθητική φωνή) αφήνομαι ελεύθερος, απαλλάσσομαι από τη στρατιωτική υπηρεσία
    ※  5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2, 8.5
    οὕτως ‹ἐν› ὀργῇ εἶχον οἱ πλείους τοὺς Ἀθηναίους, οἱ μὲν τῆς ἀρχῆς ἀπολυθῆναι βουλόμενοι, οἱ δὲ μὴ ἀρχθῶσι φοβούμενοι.
    Και η έχθρα εναντίον των Αθηναίων ήταν γενική, γιατί άλλοι ήθελαν ν᾽ αποτινάξουν τον ζυγό κι άλλοι φοβόνταν μην τους επιβληθεί.
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
  10. (στη μέση φωνή) αθωώνομαι, απαλλάσσομαι από μια κατηγορία
  11. (στην παθητική φωνή) (για αντιμαχόμενους) αποχωρίζομαι, αποσπώμαι

Παράγωγα

[επεξεργασία]