Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀπουσία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: απουσία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀπουσί αἱ ἀπουσίαι
      γενική τῆς ἀπουσίᾱς τῶν ἀπουσιῶν
      δοτική τῇ ἀπουσί ταῖς ἀπουσίαις
    αιτιατική τὴν ἀπουσίᾱν τὰς ἀπουσίᾱς
     κλητική ! ἀπουσί ἀπουσίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀπουσί
γεν-δοτ τοῖν  ἀπουσίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπουσία < ἄπειμι. Μορφολογικά αναλύεται σε ἀπο- + οὐσία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀπουσία θηλυκό

  1. απώλεια
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 1259
    λέοντος εὐγενοῦς ἀπουσίᾳ, κτενεῖ με τὴν τάλαιναν·
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 70
    οἴονται γὰρ οἱ μὲν τῇ ἀπουσίᾳ ἄν τι κτᾶσθαι
  2. φύρα
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Μετεωρολογικά, 4, 383b3
    οὐ ποιοῦσι δὲ πολλάκις αὐτὸ διὰ τὸ ἀπουσίαν γίγνεσθαι πολλὴν καὶ τὸν σταθμὸν ἐλάττω ἀποκαθαιρομένου.
  3. αποσπερμάτιση

Συγγενικά

[επεξεργασία]