Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀπόβασις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀπόβασῐς αἱ ἀποβάσεις
      γενική τῆς ἀποβάσεως τῶν ἀποβάσεων
      δοτική τῇ ἀποβάσει ταῖς ἀποβάσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀπόβασῐν τὰς ἀποβάσεις
     κλητική ! ἀπόβασῐ ἀποβάσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀποβάσει
γεν-δοτ τοῖν  ἀποβασέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπόβασις < ἀπό- + βαίνω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀπόβασις θηλυκό

  1. αποβίβαση
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Α, 108
    ἐν ἀποβάσει τῆς γῆς
    • όταν αποβιβάστηκαν στην ξηρά
  2. πολεμική απόβαση
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Γ, 103
    ἀπὸ τῶν νεῶν ὁ Λάχης καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐς τὴν Λοκρίδα ἀποβάσεις τινὰς ποιησάμενοι
  3. πρόσβαση, αποβάθρα
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Σόλων, 14.8
    οὐκ ἔχει ἀπόβασιν
    • δεν είχε σημείο να πιάσουν τα καράβια και να αποβιβαστούν οι άνδρες
  4. (ελληνιστική σημασία) σκάλα
  5. (ελληνιστική σημασία) διέξοδος, διαφυγή
  6. (ελληνιστική σημασία) έκβαση, αποτέλεσμα