Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀπόκρυψις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: απόκρυψη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀπόκρυψῐς αἱ ἀποκρύψεις
      γενική τῆς ἀποκρύψεως τῶν ἀποκρύψεων
      δοτική τῇ ἀποκρύψει ταῖς ἀποκρύψεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀπόκρυψῐν τὰς ἀποκρύψεις
     κλητική ! ἀπόκρυψῐ ἀποκρύψεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀποκρύψει
γεν-δοτ τοῖν  ἀποκρυψέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπόκρυψις < θέμα ἀπόκρυπ- του ἀποκρύπτω + -σις. Μορφολογικά αναλύεται σε ἀπό- + κρυπ- + -σις.
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: απόκρυψη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.pó.kɾy.psis/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /aˈpo.kɾy.psis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πόκρυψις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀπόκρυψις, -εως θηλυκό

  • εξαφάνιση, απόκρυψη των άστρων
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Ἠθικά, 20. Αἴτια Ῥωμαϊκά, 84. Διὰ τί τὴν τῆς ἡμέρας ἀρχὴν ἐκ μέσης νυκτὸς λαμβάνουσι;
    Ὡς μὲν γὰρ οἱ πολλοὶ τῇ αἰσθήσει διορίζουσιν ἡμέρας μὲν ἀρχὴν τὴν πρώτην ἀνάσχεσιν τοῦ ἡλίου, νυκτὸς δὲ 〈τὴν〉 τελευταίαν ἀπόκρυψιν λαμβάνοντες, οὐχ ἕξομεν ἰσημερίαν, ἀλλ´ ἣν μάλιστα τῇ ἡμέρᾳ νύκτα παρισοῦσθαι δοκοῦμεν, αὕτη τῆς ἡμέρας ἐλάττων φανεῖται τῷ τοῦ ἡλίου μεγέθει.
    λείπει η μετάφραση