Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀπόνηρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: απόνηρος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπόνηρος < ελληνιστική κοινή ἀπόνηρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀπόνηρος



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀπόνηρος τὸ ἀπόνηρον
      γενική τοῦ/τῆς ἀπονήρου τοῦ ἀπονήρου
      δοτική τῷ/τῇ ἀπονήρ τῷ ἀπονήρ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀπόνηρον τὸ ἀπόνηρον
     κλητική ! ἀπόνηρε ἀπόνηρον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀπόνηροι τὰ ἀπόνηρ
      γενική τῶν ἀπονήρων τῶν ἀπονήρων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀπονήροις τοῖς ἀπονήροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀπονήρους τὰ ἀπόνηρ
     κλητική ! ἀπόνηροι ἀπόνηρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀπονήρω τὼ ἀπονήρω
      γεν-δοτ τοῖν ἀπονήροιν τοῖν ἀπονήροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀπόνηρος < ἀ- + πονηρός

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀπόνηρος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)

  1. απόνηρος, απονήρευτος
  2. (ιατρική) όχι κακοήθης
  3. που δεν καταβάλει προσπάθεια