ἀπόνηρος
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀπόνηρος < ελληνιστική κοινή ἀπόνηρος
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀπόνηρος
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀπόνηρος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ἀπόνηρος | τὸ | ἀπόνηρον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | ἀπονήρου | τοῦ | ἀπονήρου | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | ἀπονήρῳ | τῷ | ἀπονήρῳ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ἀπόνηρον | τὸ | ἀπόνηρον | ||
| κλητική ὦ! | ἀπόνηρε | ἀπόνηρον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | ἀπόνηροι | τὰ | ἀπόνηρᾰ | ||
| γενική | τῶν | ἀπονήρων | τῶν | ἀπονήρων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | ἀπονήροις | τοῖς | ἀπονήροις | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | ἀπονήρους | τὰ | ἀπόνηρᾰ | ||
| κλητική ὦ! | ἀπόνηροι | ἀπόνηρᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀπονήρω | τὼ | ἀπονήρω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀπονήροιν | τοῖν | ἀπονήροιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀπόνηρος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- απόνηρος, απονήρευτος
- (ιατρική) όχι κακοήθης
- που δεν καταβάλει προσπάθεια
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀπόνηρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα ἀ- (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ιατρική (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)