Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀρή

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
επική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀρή αἱ ἀραί
      γενική τῆς ἀρῆς τῶν/τάων ἀρῶν
      δοτική τῇ ἀρ ταῖς ἀραῖς
    αιτιατική τὴν ἀρήν τὰς ἀρᾱ́ς
     κλητική ! ἀρή ἀραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀρᾱ́
γεν-δοτ τοῖιν  ἀραῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀρή θηλυκό