ἀρήν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἄρνες
Γενική ἀρνός ἀρνῶν
Δοτική ἀρνί ἀρνάσι(ν)
Αιτιατική ἄρνα ἄρνας
Κλητική ἄρνες
επική δοτική πληθυντικού & ἄρνεσσι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀρήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wr̥h₁ḗn (ἀρήν)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀρήν αρσενικό ή θηλυκό (& ἄρης & ἄρνον)

  1. αρνί (μικρότερο του ενός έτους)
  2. πρόβατο (αρσενικό ή θηλυκό)
    ※ οἴσετε ἄρν', ἕτερον λευκόν, ἑτέρην δὲ μέλαιναν, (Όμηρος, Ιλιάδα, Γ 103)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Η λέξη στην ονομαστική ενικού απαντά μόνο σε επιγραφές, π.χ. IG1.4, 11.154A11

Πηγές[επεξεργασία]