ἀρήν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀρήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wr̥h₁ḗn (ἀρήν)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀρήν αρσενικό ή θηλυκό (& ἄρης & ἄρνον)

  1. αρνί (μικρότερο του ενός έτους)
  2. πρόβατο (αρσενικό ή θηλυκό)
    οἴσετε ἄρν', ἕτερον λευκόν, ἑτέρην δὲ μέλαιναν, (Όμηρος, Ιλιάδα, Γ 103)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Η λέξη στην ονομαστική ενικού απαντά μόνο σε επιγραφές, π.χ. IG1.4, 11.154A11

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • ἀρήν στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.