Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀραρίσκω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἀραρίσκω   ἀραρίσκομαι 
Παρατατικός  ἠράρισκον & ἀράρισκον   ἠραρισκόμην 
Μέλλοντας
Αόριστος  ἦρσα, ἆρσα & ἤραρον   ἠρσάμην, ἀρσάμην,
ἠραρόμην & ἤρθην 
Παρακείμενος  ἄρηρα & ἄραρα   ἀρήρεμαι 
Υπερσυντέλικος  ἠρήρειν & ἀρήρειν   ἠρηρέμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί) + -σκω (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-sḱéti). Περισσότερα στην Ετυμολογία στο ἀραρίσκω στο αγγλικό Βικιλεξικό.

ἀραρίσκω

  1. συνδέω, συνταιριάζω, συνάπτω, ενώνω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 23
    αὐτὸς δ' ἀμφὶ πόδεσσιν ἑοῖς ἀράρισκε πέδιλα, τάμνων δέρμα βόειον ἐϋχροές·
  2. κατασκευάζω, παρασκευάζω, συναρμόζω, αρμολογώ, χτίζω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 16 (Π. Πατρόκλεια.), στίχ. 212
    ὡς δ’ ὅτε τοῖχον ἀνὴρ ἀράρῃ πυκινοῖσι λίθοισι δώματος ὑψηλοῖο βίας ἀνέμων ἀλεείνων, ὣς ἄραρον κόρυθές τε καὶ ἀσπίδες ὀμφαλόεσσαι.
    λείπει η μετάφραση
  3. συγκεντρώνω
  4. εφοδιάζω, εξοπλίζω, προμηθεύω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 95
    αὐτὰρ ἐπεὶ δείπνησε καὶ ἤραρε θυμὸν ἐδωδῇ, καὶ τότε δή μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπεν·
    λείπει η μετάφραση
  5. (για όρκους) είμαι δεσμευμένος
  6. αρμόζομαι ή προσαρμόζομαι καλά ή στέρεα
  7. είμαι εξοπλισμένος, προικισμένος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 12 (Μ. Τειχομαχία.), στίχ. 56
    κρημνοὶ γὰρ ἐπηρεφέες περὶ πᾶσαν ἕστασαν ἀμφοτέρωθεν, ὕπερθεν δὲ σκολόπεσσιν ὀξέσιν ἠρήρει, τοὺς ἵστασαν υἷες Ἀχαιῶν πυκνοὺς καὶ μεγάλους δηΐων ἀνδρῶν ἀλεωρήν.
  8. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος ή ταιριαστός, σύμφωνος με ή ευχάριστος σε
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 777
    ὃ δὴ καὶ πᾶσιν ἐνὶ φρεσὶν ἤραρεν ἥμιν
    λείπει η μετάφραση

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
ἀραρίσκω 

η ετυμολογική οικογένεια του ἀραρίσκω[1]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. στα λήμματα: άρα, αρέσω, αρετή, άρθρο, αριθμός, άρμα, άρμενο, αρμός, άρτι, -ήρης, όμηρος, συμπαρομαρτούντα ή και άριστος. Και με σχόλια - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.