ἀραρίσκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί) + -σκω (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-sḱéti)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀραρίσκω

  1. συνδέω, συνταιριάζω
  2. συνάπτω
  3. κατασκευάζω, παρασκευάζω
  4. συγκεντρώνω
  5. εφοδιάζω, εξοπλίζω
  6. είμαι ευχάριστος, ευχαριστώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]