Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀργυρώνητος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αργυρώνητος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀργυρώνητος τὸ ἀργυρώνητον
      γενική τοῦ/τῆς ἀργυρωνήτου τοῦ ἀργυρωνήτου
      δοτική τῷ/τῇ ἀργυρωνήτ τῷ ἀργυρωνήτ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀργυρώνητον τὸ ἀργυρώνητον
     κλητική ! ἀργυρώνητε ἀργυρώνητον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀργυρώνητοι τὰ ἀργυρώνητ
      γενική τῶν ἀργυρωνήτων τῶν ἀργυρωνήτων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀργυρωνήτοις τοῖς ἀργυρωνήτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀργυρωνήτους τὰ ἀργυρώνητ
     κλητική ! ἀργυρώνητοι ἀργυρώνητ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀργυρωνήτω τὼ ἀργυρωνήτω
      γεν-δοτ τοῖν ἀργυρωνήτοιν τοῖν ἀργυρωνήτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀργυρώνητος < ἄργυρος (< ἀργός) + ὠνητός (< ὠνέομαι)

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀργυρώνητος, -ος, -ον

  1. αγορασμένος με ασήμι
  2. αγορασμένος γενικά με χρήματα (δούλος ή υπηρέτης)
  3. πουλημένος, εξαγορασμένος (μεταγενέστερη έννοια)