Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀρθμός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀρθμός οἱ ἀρθμοί
      γενική τοῦ ἀρθμοῦ τῶν ἀρθμῶν
      δοτική τῷ ἀρθμ τοῖς ἀρθμοῖς
    αιτιατική τὸν ἀρθμόν τοὺς ἀρθμούς
     κλητική ! ἀρθμέ ἀρθμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀρθμώ
γεν-δοτ τοῖν  ἀρθμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀρθμός < ἀραρίσκω  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀρθμός, -οῦ αρσενικό

  1. δεσμός, σύνδεσμος, αρμός
  2. συνασπισμός
  3. φιλία, συμμαχία
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης στίχ.191 Κείμενο & Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr
    τὴν δ᾽ ἀτέραμνον στορέσας ὀργὴν / εἰς ἀρθμὸν ἐμοὶ καὶ φιλότητα / σπεύδων σπεύδοντί ποθ᾽ ἥξει.
    μα μερώνοντας τότε την άκαμπτη / την οργή του σε αγάπης συνταίριασμα / μ᾽ εμέ πρόθυμο πρόθυμα θά ᾽ρθει.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]