Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀριθμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αριθμός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀριθμός οἱ ἀριθμοί
      γενική τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀριθμῶν
      δοτική τῷ ἀριθμ τοῖς ἀριθμοῖς
    αιτιατική τὸν ἀριθμόν τοὺς ἀριθμούς
     κλητική ! ἀριθμέ ἀριθμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀριθμώ
γεν-δοτ τοῖν  ἀριθμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀριθμός < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀριθμός αρσενικό

  1. ο αριθμός
  2. αρίθμηση, μέτρημα, υπολογισμός
  3. (για τόπο ή χρόνο) διάστημα, έκταση, ποσό
  4. τμήμα, μέρος συνόλου ομοειδών
  5. αριθμητική σειρά, διάταξη
  6. τάξη, αξία, σημασία, θέση
  7. σημείο πληρότητας ή ολοκλήρωσης
  8. η αριθμητική, η επιστήμη των αριθμών
  9. (φιλοσοφία) η αφηρημένη έννοια του αριθμού
  10. κάτι που θεωρείται απλώς ως ποσότητα χωρίς να του αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία, το ασήμαντο
  11. (περιλπτ.) αναξιόλογο πλήθος ανθρώπων
  12. (στην ρητορική) ο ρυθμός στον πεζό λόγο
  13. (στον πληθυντικό) τα στρατιωτικά τάγματα
  14. (στη δοτική) ορισμένο, καθορισμένο ποσό
  15. κατάλληλη περίσταση, περίπτωση

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]