ἀριθμός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἀριθμός | οἱ | ἀριθμοί |
| γενική | τοῦ | ἀριθμοῦ | τῶν | ἀριθμῶν |
| δοτική | τῷ | ἀριθμῷ | τοῖς | ἀριθμοῖς |
| αιτιατική | τὸν | ἀριθμόν | τοὺς | ἀριθμούς |
| κλητική ὦ! | ἀριθμέ | ἀριθμοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀριθμώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀριθμοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀριθμός < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀριθμός αρσενικό
- ο αριθμός
- αρίθμηση, μέτρημα, υπολογισμός
- (για τόπο ή χρόνο) διάστημα, έκταση, ποσό
- τμήμα, μέρος συνόλου ομοειδών
- αριθμητική σειρά, διάταξη
- τάξη, αξία, σημασία, θέση
- σημείο πληρότητας ή ολοκλήρωσης
- η αριθμητική, η επιστήμη των αριθμών
- (φιλοσοφία) η αφηρημένη έννοια του αριθμού
- κάτι που θεωρείται απλώς ως ποσότητα χωρίς να του αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία, το ασήμαντο
- (περιλπτ.) αναξιόλογο πλήθος ανθρώπων
- (στην ρητορική) ο ρυθμός στον πεζό λόγο
- (στον πληθυντικό) τα στρατιωτικά τάγματα
- (στη δοτική) ορισμένο, καθορισμένο ποσό
- κατάλληλη περίσταση, περίπτωση
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- οἱ ἀριθμοὶ τοῦ σώματος = οι αναλογίες του σώματος
- ἀριθμὸς ἀργυρίου ἢ χρυσίου = χρηματικό ποσό
- ἀριθμὸν ἔχω ή ἐν ἀριθμῷ εἰμι = λαμβάνομαι υπ' όψιν, υπολογίζομαι, λογαριάζομαι
- ἀριθμός ἡμερῶν = τέλος χρονικού διαστήματος, λήξη, συμπλήρωση ορισμένης χρονικής περιόδου.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀριθμός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀριθμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Φιλοσοφία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)