ἀροτριῶ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ἀροτριῶ (ελληνιστική κοινή)
- συνηρημένη μορφή του ἀροτριάω (κλίση τιμάω - απαντούν συνηρημένοι τύποι) (Χρειάζεται επεξεργασία)
- (σπανιότερα) συνηρημένη μορφή του ἀροτριόω (απαντούν τύποι από την κλίση δηλόω)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀροτριάω, ἀροτριόω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.