Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀροτριῶ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αροτριώ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ἀροτριῶ (ελληνιστική κοινή)

  1. συνηρημένη μορφή του ἀροτριάω (κλίση τιμάω - απαντούν συνηρημένοι τύποι) (Χρειάζεται επεξεργασία)
  2. (σπανιότερα) συνηρημένη μορφή του ἀροτριόω (απαντούν τύποι από την κλίση δηλόω)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]