ἀροτριῶν
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀροτριῶν (ελληνιστική κοινή) < μετοχή ενεστώτα του ἀροτριῶ με συναίρεση της κλίσης σε -άω κατά το τιμάω: ἀροτριάων > ἀροτριῶν. Για την παραλλαγή σε κλίση -όω όπως δηλόω, θα είχε καταλήξεις -ῶν, -οῦσα, -οῦν.
Μετοχή
[επεξεργασία]ἀροτριῶν, -ῶσα, -ῶν (ελληνιστική κοινή)
- μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀροτριῶ στην κλίση -άω:
- (κυριολεκτικά) που αροτριά, που οργώνει
- ※ 2ος κε αιώνας, Ἀππιανός Ἀλεξανδρεύς, Ρωμαϊκά, Ἐμφύλιοι πόλεμοι Α΄, 1.11.101 @perseus.tufts.edu [μιλάει ο Σύλλας]
- καὶ λόγον εἶπε: ‘φθεῖρες γεωργὸν ἀροτριῶντα ὑπέδακνον …
- κι είπε αυτήν την ιστορία: «[κάτι] ψείρες έναν γεωργό, καθώς όργωνε, τον ψιλοδάγκωναν …»
- (μεταφορικά)
- ※ 3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Ιώβ, 4.8 στη Βικιθήκη
- τοὺς ἀροτριῶντας τὰ ἄτοπα
- (κυριολεκτικά) που αροτριά, που οργώνει
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Από συναίρεση της κλίσης -όω: επικός τύπος ἀροτριόωντι (δοτική ενικού)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ἄροτρον
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀροτριῶν - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Μετοχές με κλίση 'τιμῶν' (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές 3ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'τιμῶν' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις περισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές περισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Μετοχές (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Μεταφορικοί όροι (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από την Παλαιά Διαθήκη (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)