ἀρραβών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀρραβών < πιθανό δάνειο από σημιτική γλώσσα, πρβλ εβραϊκό 'ērābōn, ή από άλλη γλώσσα της ανατολής[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀρραβών

  1. χρηματικό ποσό που δίνεται ως εγγύηση, προκαταβολή
  2. επίσημη υπόσχεση, δέσμευση
  3. μνηστεία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Chantraine, Pierre. Dictionnaire étymologique de la langue grecque. [Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής] (στα γαλλικά) Παρίσι: Klincksieck, 1968, τόμος Α, σελ. 115