ἀρχειοφύλαξ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἀρχειοφύλαξ | οἱ | ἀρχειοφύλακες | ||||
| γενική | τοῦ | ἀρχειοφύλακος | τῶν | ἀρχειοφυλάκων | ||||
| δοτική | τῷ | ἀρχειοφύλακῐ | τοῖς | ἀρχειοφύλαξῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν | ἀρχειοφύλακᾰ | τοὺς | ἀρχειοφύλακᾰς | ||||
| κλητική ὦ! | ἀρχειοφύλαξ | ἀρχειοφύλακες | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀρχειοφύλακε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀρχειοφυλάκοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀρχειοφύλαξ (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική αρχεῖο(ν) + φύλαξ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀρχειοφύλαξ, -ακος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
- ο αρχειοφύλακας
- επίσης, στην καθαρεύουσα
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀρχειοφύλαξ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Καθαρεύουσα από την ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)