Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀρχειοφύλαξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀρχειοφύλαξ οἱ ἀρχειοφύλακες
      γενική τοῦ ἀρχειοφύλακος τῶν ἀρχειοφυλάκων
      δοτική τῷ ἀρχειοφύλακ τοῖς ἀρχειοφύλαξ(ν)
    αιτιατική τὸν ἀρχειοφύλακ τοὺς ἀρχειοφύλακᾰς
     κλητική ! ἀρχειοφύλαξ ἀρχειοφύλακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀρχειοφύλακε
γεν-δοτ τοῖν  ἀρχειοφυλάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀρχειοφύλαξ (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική αρχεῖο(ν) + φύλαξ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀρχειοφύλαξ, -ακος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)