ἀσθενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀσθενής < α- + σθένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀσθενής

  1. αυτός που δεν έχει δύναμη, αδύναμος, άτονος
  2. (λέγεται προς την περιουσία) αδύναμος, φτωχός, άπειρος
  3. ασήμαντος
  4. (λέγεται για ποτάμια) μικρός, μηδαμινός (αυτός που έχει λίγο νερό)