ἀσθενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀσθενής < α- + σθένος

Επίθετο[επεξεργασία]

ἀσθενής

  1. αυτός που δεν έχει δύναμη, αδύναμος, άτονος
  2. (λέγεται προς την περιουσία) αδύναμος, φτωχός, άπειρος
  3. ασήμαντος
  4. (λέγεται για ποτάμια) μικρός, μηδαμινός (αυτός που έχει λίγο νερό)