Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀσκίτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ασκητής, ἀσκητής, ασκίτης, Ασκίτης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀσκίτης οἱ ἀσκῖται
      γενική τοῦ ἀσκίτου τῶν ἀσκιτῶν
      δοτική τῷ ἀσκίτ τοῖς ἀσκίταις
    αιτιατική τὸν ἀσκίτην τοὺς ἀσκίτᾱς
     κλητική ! ἀσκῖτ ἀσκῖται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀσκίτ
γεν-δοτ τοῖν  ἀσκίταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀσκίτης < ἀσκ(ός) + -ίτης
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: ascites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀσκίτης, -ου [ῑ] αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. (ιατρική) ασκίτης, οίδημα
  2. ο ασθενής που πάσχει από ασκίτη