ἀσπίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀσπίς ἀσπίδε ἀσπίδες
Γενική ἀσπίδος ἀσπίδοιν ἀσπίδων
Δοτική ἀσπίδι ἀσπίδοιν ἀσπίσι(ν)
Αιτιατική ἀσπίδα ἀσπίδε ἀσπίδας
Κλητική ἀσπίς ἀσπίδε ἀσπίδες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀσπίς < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀσπίς, -ίδος θηλυκό

  1. ασπίδα
  2. φαρμακερό φίδι
    Ηρόδοτος 191

Πηγές[επεξεργασία]