Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀστήρ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἀστήρ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀστηρ- ἀστερ-
ονομαστική ἀστήρ οἱ ἀστέρες
      γενική τοῦ ἀστέρος τῶν ἀστέρων
      δοτική τῷ ἀστέρ τοῖς ἀστράσι(ν)*
    αιτιατική τὸν ἀστέρ τοὺς ἀστέρᾰς
     κλητική ! ἀστήρ ἀστέρες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀστέρε
γεν-δοτ τοῖν  ἀστέροιν
* Εξαίρεση: Η δοτική πληθυντικού, αντί για *ἀστερ-σι,
όπως στα συγκοπτόμενα ουσιαστικά.
3η κλίση, Κατηγορία 'ἀθήρ' όπως «ἀθήρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
O Ιταλικός αστέρας

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀστήρ < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *astḗr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂stḗr.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.stɛ̌ːɾ/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: στήρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀστήρ, -έρος αρσενικό

  1. (αστρονομία) το αστέρι, ο αστέρας
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 22 (Χ. Ἕκτορος ἀναίρεσις.), στίχ. 28
    φαίνονται πολλοῖσι μετ’ ἀστράσι νυκτὸς ἀμολγῷ·
     συνώνυμα: ἄστρον
  2. η φλόγα, η λάμψη
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἑλένη, στίχ. 1131
    ἀκταῖς ἀστέρα λάμψας
  3. (ζώο) ο αστερίας
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Α, 548a7
    Ὁ δὲ καλούμενος ἀστὴρ οὕτω θερμός ἐστι τὴν φύσιν, ὥσθ' ὅ τι ἂν λάβῃ, παραχρῆμα ἐξαιρούμενον δίεφθον εἶναι.
  4. (μεταφορικά) (για ανθρώπους) ένδοξος, ονομαστός, λαμπρός
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἱππόλυτος, στίχ. 1122
    ἐπεὶ τὸν Ἑλλανίας φανερώτατον ἀστέρ' Ἀφαίας
  5. (λουλούδι) ο Ιταλικός αστέρας (Aster amellus)
  6. (πτηνό) ωδικό πτηνό, πιθανώς η καρδερίνα
  7. πηλός της Σάμου που τον χρησιμοποιούσαν για σφραγίδες καθώς και στη φαρμακευτική
  8. (ιατρική) ονομασία διαφόρων ειδών φαρμάκων
  9. (αρχιτεκτονική) διακοσμητικό μοτίβο
  10. είδος επιδέσμου

Παράγωγα

[επεξεργασία]