ἀστήρ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ἀστηρ- ἀστερ- | |||||
| ονομαστική | ὁ | ἀστήρ | οἱ | ἀστέρες | |
| γενική | τοῦ | ἀστέρος | τῶν | ἀστέρων | |
| δοτική | τῷ | ἀστέρῐ | τοῖς | ἀστράσι(ν)* | |
| αιτιατική | τὸν | ἀστέρᾰ | τοὺς | ἀστέρᾰς | |
| κλητική ὦ! | ἀστήρ | ἀστέρες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀστέρε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀστέροιν | |||
| * Εξαίρεση: Η δοτική πληθυντικού, αντί για *ἀστερ-σι, όπως στα συγκοπτόμενα ουσιαστικά. | |||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἀθήρ' όπως «ἀθήρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀστήρ < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *astḗr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂stḗr.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.stɛ̌ːɾ/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἀ‐στήρ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀστήρ, -έρος αρσενικό
- (αστρονομία) το αστέρι, ο αστέρας
- η φλόγα, η λάμψη
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἑλένη, στίχ. 1131
- ἀκταῖς ἀστέρα λάμψας
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἑλένη, στίχ. 1131
- (ζώο) ο αστερίας
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Α, 548a7
- Ὁ δὲ καλούμενος ἀστὴρ οὕτω θερμός ἐστι τὴν φύσιν, ὥσθ' ὅ τι ἂν λάβῃ, παραχρῆμα ἐξαιρούμενον δίεφθον εἶναι.
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Α, 548a7
- (μεταφορικά) (για ανθρώπους) ένδοξος, ονομαστός, λαμπρός
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἱππόλυτος, στίχ. 1122
- ἐπεὶ τὸν Ἑλλανίας φανερώτατον ἀστέρ' Ἀφαίας
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἱππόλυτος, στίχ. 1122
- (λουλούδι) ο Ιταλικός αστέρας (Aster amellus)
- (πτηνό) ωδικό πτηνό, πιθανώς η καρδερίνα
- πηλός της Σάμου που τον χρησιμοποιούσαν για σφραγίδες καθώς και στη φαρμακευτική
- (ιατρική) ονομασία διαφόρων ειδών φαρμάκων
- (αρχιτεκτονική) διακοσμητικό μοτίβο
- είδος επιδέσμου
Παράγωγα
[επεξεργασία]- ἀστερίζω
- ἀστερικός
- ἀστερίας
- ἀστέριος
- ἀστερίσκος
- ἀστερόεις
- Λέξεις ἀστερ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀστήρ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀστήρ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἀθήρ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἀθήρ' εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἀθήρ' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αστρονομία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λουλούδια (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Πτηνά (αρχαία ελληνικά)
- Ιατρική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)