ἀστεῖος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αστείος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀστεῖος < ἄστυ (αυτός που αναφέρεται στο άστυ)

Επίθετο[επεξεργασία]

ἀστεῖος, -α, -ον

  1. αναθρεμμένος στην πόλη, ευγενικός
     αντώνυμα: ἄγροικος
  2. ευφυής, πνευματώδης, έξυπνος
  3. όμορφος, χαριτωμένος
  4. καλός