Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀστραγαλίσκος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ ἀστραγαλίσκος οἱ ἀστραγαλίσκοι
      γενική τοῦ ἀστραγαλίσκου τῶν ἀστραγαλίσκων
      δοτική τῷ ἀστραγαλίσκῳ τοῖς ἀστραγαλίσκοις
    αιτιατική τὸν ἀστραγαλίσκον τοὺς ἀστραγαλίσκους
     κλητική ὦ! ἀστραγαλίσκε ἀστραγαλίσκοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀστραγαλίσκω
γεν-δοτ τοῖν  ἀστραγαλίσκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀστραγαλίσκος < υποκοριστικό του ἀστράγαλος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀστραγαλίσκος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. (ανατομία) ο μικρός αστράγαλος
  2. (ιατρική) ονομασία χειρουργικού εργαλείου