ἀστραγαλίσκος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἀστραγαλίσκος | οἱ | ἀστραγαλίσκοι | ||||
| γενική | τοῦ | ἀστραγαλίσκου | τῶν | ἀστραγαλίσκων | ||||
| δοτική | τῷ | ἀστραγαλίσκῳ | τοῖς | ἀστραγαλίσκοις | ||||
| αιτιατική | τὸν | ἀστραγαλίσκον | τοὺς | ἀστραγαλίσκους | ||||
| κλητική ὦ! | ἀστραγαλίσκε | ἀστραγαλίσκοι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀστραγαλίσκω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀστραγαλίσκοιν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀστραγαλίσκος < υποκοριστικό του ἀστράγαλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀστραγαλίσκος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
- (ανατομία) ο μικρός αστράγαλος
- (ιατρική) ονομασία χειρουργικού εργαλείου
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀστραγαλίσκος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Υποκοριστικά ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (ελληνιστική κοινή)
- Ιατρική (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)