Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀστροδίφης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀστροδίφης < ἄστρον + -δίφης < δῑφέω (ερευνώ, ζητώ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀστροδίφης (ῑ) αρσενικό