Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀστροχιόνιστος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀστροχιόνιστος < ἀστρο- + χιονίζω

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀστροχιόνιστος