ἀστυάναξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Αστυάναξ, Ἀστυάναξ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀστυάναξ ἀστυάνακτε ἀστυάνακτες
Γενική ἀστυάνακτος ἀστυανάκτοιν ἀστυανάκτων
Δοτική ἀστυάνακτι ἀστυανάκτοιν ἀστυάναξι(ν)
Αιτιατική ἀστυάνακτα ἀστυάνακτε ἀστυάνακτας
Κλητική ἀστυάναξ ἀστυάνακτε ἀστυάνακτες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀστυάναξ < ἄστυ + ἄναξ

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

ἀστυάναξ αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]