ἀσυναίσθητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ασυναίσθητος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀσυναίσθητος τὸ ἀσυναίσθητον οἱ, αἱ ἀσυναίσθητοι τὰ ἀσυναίσθητα
Γενική τοῦ, τῆς ἀσυναισθήτου τοῦ ἀσυναισθήτου τῶν ἀσυναισθήτων τῶν ἀσυναισθήτων
Δοτική τῷ, τῇ ἀσυναισθήτῳ τῷ ἀσυναισθήτῳ τοῖς, ταῖς ἀσυναισθήτοις τοῖς ἀσυναισθήτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀσυναίσθητον τὸ ἀσυναίσθητον τοὺς, τὰς ἀσυναισθήτους τὰ ἀσυναίσθητα
Κλητική ἀσυναίσθητε ἀσυναίσθητον ἀσυναίσθητοι ἀσυναίσθητα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀσυναισθήτω
Γενική-Δοτική ἀσυναισθήτοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀσυναίσθητος < ἀ- + αρχαία ελληνική συναισθάνομαι < σύν + αἰσθάνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ewisd- < *h₂ew- (βλέπω, παρατηρώ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀσυναίσθητος, -ος, -ον

  1. (ελληνιστική κοινή) μη αντιληπτός
  2. (ελληνιστική κοινή) που δεν αντιλαμβάνεται εύκολα κάτι, βραδύνους