ἀσφάλεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀσφάλεια < α- (στερητικό) + ρήμα σφάλλω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀσφάλεια θηλυκό

  1. έλλειψη κινδύνου, λάθους, αστοχίας
  2. η μη έκθεση σε κίνδυνο.